Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ΕΚΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΚΟΙΜΟΤΑΝ-ΤΟΥ ΤΖΕΜΙΛ ΤΟΥΡΑΝ

Με τον Τζεμίλ συναντιόμαστε σε αίθουσες συνεδριάσεων, όπου όλοι μιλούμε δυνατά και με ένταση, ή στα καφέ του κέντρου, για να αναλύσουμε όσα προηγήθηκαν  και  μας ένωσαν ή μας χώρισαν, σε αυτό το επάγγελμα που επιμένουμε να υποστηρίζουμε.


Εκεί σπάνια καταλαγιάζει ο νους . Δεν επιτρέπει να αφουγκραστείς το πολύτιμο φορτίο που φέρει στην ψυχή του ο συγγραφέας και το μεταφέρει στα βιβλία του.
Αυτό είναι μια μοναχική χαρά που πολλαπλασιάζεται όταν την έχουν βιώσει πολλοί αναγνώστες και βγαίνουν ΄΄αλλιώτικοι΄΄  και τουλάχιστον, προβληματισμένοι.

Χάρηκα πολύ με το θέμα του νέου του βιβλίου και απο καρδιάς εύχομαι και ελπίζω να διαβαστεί πολύ και απο πολλούς

Νατάσα Μποζίνη


ΕΚΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΚΟΙΜΟΤΑΝ

Εκεί ο θεός κοιμόταν. Μια μαρτυρία για την εμπλοκή των Τούρκων στον Πόλεμο της Κορέας, για την ύπαρξη Κούρδων στα αντίπαλα στρατεύματα, για τους περίπου τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες που χάθηκαν στη μακρινή χώρα, για μια ξένη υπόθεση. Μια μαρτυρία για τη ζωή στα στρατόπεδα αιχμαλώτων, για την ανταμοιβή των στρατιωτών που γύρισαν σακατεμένοι.

Εκείνες τις χρονιές ο θεός κοιμόταν στην Κορέα, όπως κατά καιρούς όλο και πιο συχνά κοιμάται σε διάφορα σημεία της Γης κι αφήνει κάτω από τα κλειστά του μάτια να χάνονται ζωές, να συντρίβονται όνειρα και να χορεύει ο θάνατος


Περίληψη

Δεν ήθελε πολλά ο Ντιβανέ. Νισάφι πια με τις έχθρες και με τις ιστορίες. Το γνώριζε πολύ καλά πως είναι Κούρδος, αλλά είχε αποφασίσει να ζήσει σαν Τούρκος. Ό,τι έγινε έγινε. Οι πρόγονοί του προσπάθησαν, αγωνίστηκαν, δεν τα κατάφεραν να πάρουν πίσω τα χώματά τους, τελείωσε. Είχε ένα χωραφάκι, πεντ’ έξι πρόβατα - λίγο βοσκός λίγο γεωργός, θα πορευόταν. Γι’ αυτό όταν ήρθε το χαρτί από τη στρατολογία χάρηκε. Δυο χρόνια φανταριλίκι και μετά καλός πολίτης – φτωχός αλλά καλός. Μόνο η μάνα του δεν ήθελε να τον αφήσει να υπηρετήσει στον τουρκικό στρατό και τον παρότρυνε να γίνει λιποτάκτης.

Ένα μήνα ήθελε να απολυθεί, όταν η Τουρκία για να τα καταφέρει να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ δήλωσε συμμετοχή στον Πόλεμο της Κορέας. Δεν είχε επιλογή ο Ντιβανέ, διατάχθηκε να πάει, αλλά δεν το έκανε και αγγαρεία. Άλλωστε ο χότζας είχε φροντίσει να τους εμψυχώσει:

«Εκείνος που θα πεθάνει για την πατρίδα είναι σεχίτ/ήρωας εθνομάρτυρας, αλλά κι όποιος τραυματιστεί είναι ένας τιμημένος γκαζί».

Και είδε πράματα και θάματα. Μπήκε σε καράβι για πρώτη φορά στη ζωή του, είδε πλαστικά μαχαιροπίρουνα, ζεστό νερό να τρέχει από τις σωλήνες, οδοντίατρους να βγάζουν δόντι με μια κίνηση και χωρίς να κρατά κανείς τον ασθενή, μάγειρες να επιδίδονται σε ιεροτελεστίες πάνω από τα πιάτα, αλλά είδε και σκοτωμούς, μάτια σβησμένα, κορμιά ρακένδυτα, παιδιά ορφανεμένα, τη φρίκη και το θάνατο. Είδε ακόμα στρατόπεδα αιχμαλώτων, τιμωρίες, ρουφιανιές.
Είδε όμως κι εκείνον, τον Γκερμό, που στέκονταν απέναντί του πάντα με το ίδιο βασανιστικό ερώτημα: «Με ποιους είσαι, για ποιους πολεμάς, τι θες εσύ Κούρδος στο πλευρό των Τούρκων;»

Όταν ο πόλεμος τελείωσε δεν υπήρχε νικητής, αλλά όμως ήταν πολλοί οι ηττημένοι. Η επιστροφή στην Τουρκία κουβαλούσε κυρίως πένθος και μαυρισμένες ζωές, τα όνειρα είχαν μείνει εκεί, στην Κορέα, στη «δροσιά της αυγής».
Ο Ντιβανέ δεν θα γινόταν ποτέ βοσκός ούτε γεωργός, ούτε ακόμα και οδηγός ενός μεγάλου λεωφορείου, όπως γλυκο-ονειρευόταν μέσα στη μαυρίλα των μαχών. Ένας τυφλός ραψωδός-ζητιάνος, με το σαν ολόγιομο φεγγάρι μπεντρίρ του, θα περιπλανιόταν και θα μαρτυρούσε τα όσα έζησε, πιόνι αυτός στην πολιτικο-στρατιωτική σκακιέρα. Κυνηγημένος για τα μοιρολόγια του από την πατρίδα που υπηρέτησε.
Κι όταν καμιά φορά άκουγε στο ραδιόφωνο τη φωνή του φίλου του Γκερμό, που ερχόταν από την άλλη πλευρά του Αραράτ, από την Αρμενία, τότε φώναζε μ’ όλη του τη δύναμη: Δίκιο είχες φίλε μου, δίκιο είχες.

Η πορεία του, όπως την περιγράφει ο ίδιος, στην ιστοσελίδα του
http://www.cemilturan.gr/

Η δεκαετία του ‘50 δεν φορούσε τα καλά της για να με υποδεχθεί. Και γιατί να κάνει εξαίρεση σε μένα; Ένα ακόμη παιδί γεννιόταν στο Κουρδιστάν της Τουρκίας, σ’ έναν τόπο υποδουλωμένο που τον ρήμαζαν οι κατακτητές. Πάντως το σίγουρο είναι ότι το πρώτο μου κλάμα δεν είχε να κάνει με την απαράδεκτη συμπεριφορά της δεκαετίας, αλλά με τον πόνο της πρώτης ανάσας, απλά…

Είχα όμως και την τύχη με το μέρος μου, γιατί γεννήθηκα από αυτούς τους γονείς σε αυτή την οικογένεια, κι από μικρός έμαθα για πανανθρώπινες αξίες όπως η ελευθερία, τα δικαιώματα των ανθρώπων και των λαών. Με αυτό το θησαυρό στις αποσκευές μου πήγα για ανώτατες σπουδές στην Άγκυρα και μετά στην Κωνσταντινούπολη. 

Και δεν εντάχθηκα μόνο στο πανεπιστήμιο αλλά και στο Κουρδικό Κίνημα. Οι δυο χούντες της Τουρκίας, το 1971 και το 1980, προσπάθησαν να με τσακίσουν, να με εξοντώσουν. Κυνηγήθηκα, φυλακίστηκα και γνώρισα κάθε διαστροφή των βασανιστών-φυλάκων. Το 1984 δραπέτευσα. Ήρθα εδώ, στην Ελλάδα, και ζήτησα πολιτικό άσυλο.

Επαγγελματική σταδιοδρομία

· Συνεργάτης-ανταποκριτής εντύπων: Özğürlük Yolu 1975, Roja Welat, Azadi, Denge Azadi, Denge Komkar 1984, Deng, Ronahi 1996. Διάφορα άρθρα και συνεντεύξεις στον ελληνικό Τύπο.

· Κοινωνική συνδικαλιστική δραστηριότητα

· Μέλος Ένωσης Συντακτών Περιοδικού & Ηλεκτρονικού Τύπου (ΕΣΠΗΤ), μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ), της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (IFJ), της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (EFJ) και της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου (ΕΑΞΤ) και του Συνδικάτου Δημοσιογράφων του Κουρδιστάν (KJS). Εκπρόσωπος Σοσιαλιστικού Κόμματος Κουρδιστάν (ΡSK) 1984-1996. Μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας και της Διεθνούς Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Κουρδιστάν.

Τα βιβλία του

«Το ματωμένο χιονολούλουδο» (Εκδόσεις Καστανιώτη - 2001)
«Τα μάτια του λύκου» (Εκδόσεις Καστανιώτη - 2003)
« Η νύχτα που έβλεπε τη μέρα» (Eκδόσεις Καστανιώτη - 2006)
«Τα παιδιά του Αραράτ» (εκδόσεις Καστανιώτη- 2008)
« Εκεί ο Θεός κοιμόταν »  απο τον NOVELBOOKS ( 2013)


Επιμέλειες Βιβλίων

Κεμάλ Μπουρκάϊ «Οι Κούρδοι και το Κουρδιστάν» (Εκδόσεις Παπαζήση -1999)